7.2. Ρύθμιση του Debian Μετά την Εκκίνηση (Βασική)

Μετά την εκκίνηση θα σας ζητηθεί να ολοκληρώσετε την ρύθμιση του βασικού σας συστήματος και στη συνέχεια να επιλέξετε επιπλέον πακέτα που επιθυμείτε να εγκαταστήσετε. Η εφαρμογή που σας καθοδηγεί στη διαδικασία αυτή ονομάζεται base-config. Η ιδέα της εφαρμογής είναι πολύ ανάλογη αυτής του debian-installer από το πρώτο στάδιο. Πραγματικά, το base-config αποτελείται από έναν αριθμό εξειδικευμένων συνιστωσών η κάθε μια από τις οποίες χειρίζεται ένα συγκεκριμένο καθήκον ρύθμισης, περιέχει ένα “κρυφό μενού στο υπόβαθρο” και χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα πλοήγησης.

Αν θέλετε να τρέξετε το base-config σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης απλά τρέξτε την εντολή base-config σαν χρήστης root.

7.2.1. Ρύθμιση της Χρονικής Ζώνης

Μετά από μια οθόνη υποδοχής θα παρακινηθείτε να ρυθμίσετε την ζώνη της τοπικής σας ώρας. Επιλέξτε καταρχήν αν το ρολόι του συστήματός σας έχει την τοπική ώρα ή την ώρα Greenwich Mean Time (GMT ή UTC). O χρόνος που εμφανίζεται στο διάλογο πιθανόν να σας βοηθήσει να αποφασίσετε την σωστή επιλογή. Συστήματα που (επίσης) τρέχουν Dos ή Windows είναι συνήθως ρυθμισμένα σε τοπική ώρα. Αν θέλετε να έχετε διπλή εκκίνηση διαλέξτε την τοπική ώρα και όχι την ώρα GMT.

Ανάλογα με την περιοχή που επιλέξατε στην αρχή της εγκατάστασης θα σας παρουσιαστεί στη συνέχεια είτε μια μοναδική χρονική ζώνη είτε μια λίστα από τέτοιες ζώνες σχετικές με την τοποθεσία αυτή. Αν σας δοθεί μια μοναδική χρονική ζώνη, επιλέξτε Ναι για επιβεβαίωση ή επιλέξτε No για να διαλέξετε από την πλήρη λίστα των χρονικών ζωνών. Αν σας δοθεί μια λίστα διαλέξτε την χρονική σας ζώνη από τη λίστα αυτή ή διαλέξτε Άλλο για να έχετε την πλήρη λίστα.

7.2.2. Ρύθμιση των Χρηστών και των Κωδικών Πρόσβασης

7.2.2.1. Ορίστε τον κωδικό πρόσβασης για τον χρήστη Root

O λογαριασμός του χρήστη root λέγεται συχνά και λογαριασμός root. Είναι ο λογαριασμός με την πρόσβαση που παρακάμπτει κάθε προστασία ασφάλειας στο σύστημά σας. Ο λογαριασμός αυτός πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για την εκτέλεση διαφόρων διαχειριστικών εργασιών στο σύστημα και για όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα.

Κάθε κωδικός πρόσβασης που δημιουργείτε πρέπει να έχει τουλάχιστον 6 χαρακτήρες, τόσο κεφαλαίους όσο και πεζούς καθώς και χαρακτήρες στίξης.Προσέξτε ιδιαίτερα όταν ρυθμίζετε τον κωδικό πρόσβασης για τον χρήστη root καθώς ο λογαριασμός του χρήστη αυτού είναι τόσο ισχυρός. Αποφύγετε την χρήση οποιωνδήποτε λέξεων από το λεξικό ή οποιαδήποτε προσωπική πληροφορία που θα μπορούσε κανείς να μαντέψει.

Αν κάποιος σας πει ότι χρειάζεται τον κωδικό σας πρόσβασης σαν root να είστε εξαιρετικά επιφυλακτικοί. Δεν θα έπρεπε συνήθως να δώσετε ποτέ τον κωδικό αυτόν πρόσβασης εκτός αν διαχειρίζεστε ένα μηχάνημα με περισσότερους από έναν διαχειριστές συστήματος.

7.2.2.2. Δημιουργία ενός απλού χρήστη

Στο σημείο αυτό το σύστημα θα σας ρωτήσει αν θέλετε να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό απλού χρήστη. Αυτός ο λογαριασμός θα μπορεί να είναι ο κύριος λογαριασμός προσωπικής σας πρόσβασης στο σύστημα. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείτε το λογαριασμό root για την προσωπική σας είσοδο στο σύστημα.

Γιατί όχι; Λοιπόν, ένας καταρχήν λόγος που πρέπει να αποφύγετε τη χρήση των προνομίων του χρήστη root είναι το ότι μπορείτε πολύ εύκολα να κάνετε ανεπανόρθωτη ζημιά στο σύστημα σαν root. Ένας άλλος λόγος είναι ότι έτσι μπορεί να παρασυρθείτε ώστε να τρέξετε ένα πρόγραμμα Δούρειο Ίππο, δηλ. ένα πρόγραμμα που εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του λογαριασμού root σαν υπερ-χρήστη ώστε να παραβιάσει την ασφάλεια του συστήματός σας πίσω από την πλάτη σας.Οποιοδήποτε καλό βιβλίο πάνω στην διαχείριση Unix συστημάτων καλύπτει αυτό το θέμα με λεπτομέρειες. — σκεφτείτε σοβαρά να διαβάσετε ένα από αυτά τα βιβλία αν δεν είστε εξοικειωμένοι με τα θέματα αυτά.

Αρχικά θα παροτρυνθείτε για το πλήρες όνομα του χρήστη, Μετά θα σας ζητηθεί να δώσετε ένα όνομα χρήστη για τον λογαριασμό; γενικά το μικρό σας όνομα ή κάτι ανάλογο θα είναι αρκετό και πραγματικά αυτό είναι η προεπιλογή. Τέλος θα σας ζητηθεί να δώσετε ένα κωδικό πρόσβασης για τον λογαριασμό.

Αν σε οποιαδήποτε άλλη φάση μετά την εγκατάσταση θελήσετε να δημιουργήσετε έναν άλλο λογαριασμό χρησιμοποιήσετε την εντολή adduser.

7.2.3. Ρύθμιση του PPP

Αν δεν ρυθμίσατε κάποιο δίκτυο κατά την πρώτη φάση της εγκατάστασης θα ερωτηθείτε στην συνέχεια για το αν θέλετε να εγκαταστήσετε το υπόλοιπο σύστημα χρησιμοποιώντας PPP. To PPP είναι ένα πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για την θεμελίωση συνδέσεων dialup με modem. Αν κάνετε την ρύθμιση του modem στη φάση αυτή τότε το σύστημα εγκατάστασης θα έχει την δυνατότητα να κατεβάσει επιπρόσθετα πακέτα ή αναβαθμίσεις ασφαλείας από το Διαδίκτυο στα επόμενα βήματα της εγκατάστασης. Αν δεν έχετε ένα modem στον υπολογιστή σας ή αν προτιμάτε να ρυθμίσετε το modem σας μετά την εγκατάσταση παραλείψτε αυτό το βήμα.

Για να ρυθμίσετε την σύνδεση PPP θα χρειαστείτε κάποια στοιχεία από τον Παροχέα της Υπηρεσίας Διαδικτύου (ISP) μεταξύ άλλων τηλεφωνικό αριθμό, όνομα χρήστη, κωδικό πρόσβασης και DNS server (προαιρετικά). Μερικοί ISP προσφέρουν οδηγίες εγκατάστασης για διανομές Linux. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις οδηγίες ακόμα κι αν δεν απευθύνονται συγκεκριμένα στο Debian μιας και οι περισσότερες παράμετροι των ρυθμίσεων είναι παρόμοιες ανάμεσα στις διανομές Linux.

Αν επιλέξετε να ρυθμίσετε το PPP σε αυτό το σημείο θα τρέξετε το πρόγραμμα pppconfig, που σας βοηθήσει να ρυθμίσετε την σύνδεσή σας με PPP. Βεβαιωθείτε όταν σας ρωτήσει για το όνομα της dialup σύνδεσής σας ότι της δίνετε το όνομα provider.

Αν όλα πάνε καλά, όπως ελπίζουμε, το πρόγραμμα pppconfig θα σας οδηγήσει σε μια χωρίς προβλήματα ρύθμιση της σύνδεσης PPP. Αν παρόλα αυτά, δεν δουλέψει για σας κοιτάξτε στην συνέχεια για πιο λεπτομερείς οδηγίες.

Για να ρυθμίσετε το PPP, θα πρέπει να ξέρετε τα βασικά της επισκόπησης και επεξεργασίας αρχείων στο Linux. Για να δείτε αρχεία χρησιμοποιήστε την εντολή more, και zmore για συμπιεσμένα αρχεία, δηλ. αρχεία με την κατάληξη .gz. Για παράδειγμα, για να δείτε το αρχείο README.debian.gz πληκτρολογήστε zmore README.debian.gz. Το βασικό σύστημα έρχεται επίσης με έναν επεξεργαστή κειμένου που λέγεται nano και ο οποίος είναι πολύ απλός στη χρήση αλλά χωρίς πολλές δυνατότητες, Πιθανόν να θέλετε να εγκαταστήσετε αργότερα πιο ολοκληρωμένους και με περισσότερα γνωρίσματα επεξεργαστές κειμένου και viewers όπως οι jed, nvi, less και ο emacs.

Ανοίξτε το αρχείο /etc/ppp/peers/provider και αντικαταστήσετε το /dev/modem με /dev/ttyS# όπου το # αντιστοιχεί στον αριθμό της σειριακής θύρας. Στο Linux οι σειριακές θύρες μετρώνται από το 0. Έτσι η πρώτη σειριακή θύρα (δηλ. η, COM1) είναι στο Linux η /dev/ttyS0. . Το επόμενο βήμα είναι να ανοίξετε το αρχείο /etc/chatscripts/provider και να εισάγετε τον αριθμό τηλεφώνου του παροχέα σας, το όνομα χρήστη που έχετε και τον κωδικό πρόσβασης. Προσέξτε να μην διαγράψετε τους χαρακτήρες “\q” που προηγούνται από τον κωδικό πρόσβασης! Οι χαρακτήρες αυτοί αποτρέπουν την εμφάνιση του κωδικού σας στα αρχεία καταγραφής του συστήματος αποκρύπτοντάς τον.

Αρκετοί παροχείς χρησιμοποιούν τα πρωτόκολλα PAP ή CHAP για την διαδικασία πρόσβασης αντί της αυθεντικοποίησης με χρήση απλών χαρακτήρων κειμένου. Άλλοι χρησιμοποιούν και τις δυο μεθόδους. Αν ο παροχέας σας απαιτεί την χρήση PAP ή CHAP θα πρέπει να ακολουθήσετε άλλη διαδικασία. Σχολιάστε όλες τις γραμμές κάτω από την συμβολοσειρά κλήσης (την συμβολοσειρά που αρχίζει με “ATDT”) στο αρχείο /etc/chatscripts/provider, τροποποιήστε το αρχείο /etc/ppp/peers/provider όπως περιγράψαμε παραπάνω και συμπληρώστε το όνομαχρήστη όπου όνομα αντιστοιχεί στο όνομα χρήστη από τον παροχέα με τον οποίον προσπαθείτε να συνδεθείτε. Στην συνέχεια ανοίξτε το αρχείο /etc/ppp/pap-secrets ή το /etc/ppp/chap-secrets και βάλτε εκεί τον κωδικό πρόσβασης σας.

Θα πρέπει επίσης να ανοίξετε το αρχείο /etc/resolv.conf και να προσθέσετε εκεί τις IP διευθύνσεις των DNS servers του παροχέα σας. Οι γραμμές στο αρχείο αυτό έχουν την ακόλουθη μορφή:nameserver xxx.xxx.xxx.xxx όπου τα x αντιστοιχούν στους αριθμούς της IP διεύθυνσης. Προαιρετικά, μπορείτε να προσθέσετε την επιλογή usepeerdns στο αρχείο /etc/ppp/peers/provider, η οποία επιτρέπει την αυτόματη επιλογή κατάλληλων DNS servers χρησιμοποιώντας ρυθμίσεις που συνήθως παρέχει το απομακρυσμένο σύστημα.

Αν ο παροχέας σας δεν χρησιμοποιεί κάποια διαδικασία εισόδου που να διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων παροχέων, έχετε τελειώσει! Ξεκινήστε την σύνδεση PPP δίνοντας σαν χρήστης root την εντολή pon και παρακολουθήστε την όλη διαδικασία χρησιμοποιώντας την εντολή plog . Για να αποσυνδεθείτε χρησιμοποιήστε την εντολή poff πάλι σαν root.

Διαβάστε το αρχείο /usr/share/doc/ppp/README.Debian.gz για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του PPP στο Debian.

Για στατικές συνδέσεις SLIP, θα χρειαστεί να προσθέσετε την εντολή slattach (από το πακέτο net-tools) στο αρχείο /etc/init.d/network. Δυναμικό SLIP απαιτεί το πακέτο gnudip.

7.2.3.1. Ρύθμιση του PPP over Ethernet (PPPoE)

To PPPOE είναι ένα πρωτόκολλο που σχετίζεται με το PPP και χρησιμοποιείται για κάποιες ευρυζωνικές συνδέσεις. Προς το παρόν δεν υπάρχει υποστήριξη στην βασική ρύθμιση του συστήματος για να σας βοηθήσει στην ρύθμισή του. Όμως το απαραίτητο λογισμικό έχει ήδη εγκατασταθεί, πράγμα που σημαίνει ότι μπορείτε να ρυθμίσετε το PPPOE χειροκίνητα στη φάση αυτή της εγκατάστασης αλλάζοντας στην κονσόλα VT2 και τρέχοντας την εντολή pppoeconf.

7.2.4. Ρύθμιση του APT

Το βασικότερο μέσο που χρησιμοποιούν οι χρήστες για να εγκαταστήσουν πακέτα στο σύστημά τους είναι το πρόγραμμα apt-get από το πακέτο apt.[6] Άλλα front-ends για την διαχείριση πακέτων, όπως το aptitude, το synaptic και το παλιότερο dselect επίσης χρησιμοποιούν και εξαρτώνται από το apt-get. Αυτά συνίστανται για καινούριους χρήστες καθώς ενσωματώνουν μερικά επιπρόσθετα χαρακτηριστικά όπως δυνατότητα αναζήτησης πακέτων και ελέγχου της κατάστασης τους σε ένα όμορφο γραφικό περιβάλλον για το χρήστη.

Το APT θα πρέπει να ρυθμιστεί ώστε να ξέρει από πού θα ανακτήσει τα πακέτα. Η εφαρμογή που βοηθά σε αυτό λέγεται apt-setup.

Το επόμενο βήμα στην διαδικασία ρύθμισης του συστήματος σας είναι να πείτε στο APT πού μπορεί να βρει άλλα πακέτα Debian. Σημειώστε ότι μπορείτε να τρέξετε αυτό το εργαλείο οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την εγκατάσταση εκτελώντας την εντολή apt-setup ή διορθώνοντας με το χέρι το αρχείο /etc/apt/sources.list.

Αν στη συσκευή CD-ROM βρίσκεται εκείνη τη στιγμή ένα από τα επίσημα CD του Debian τότε αυτό το CD θα θεωρηθεί αυτόματα σαν μια πηγή για το apt χωρίς να ρωτηθείτε.Θα το προσέξετε αυτό γιατί θα δείτε το CD να σαρώνεται από το σύστημα.

Αν δεν έχετε ένα επίσημο CD-ROM τότε θα σας δοθεί μια σειρά από επιλογές για τον τρόπο πρόσβασης στα πακέτα του Debian: FTP, HTTP, CD-ROM ή από ένα τοπικό σύστημα αρχείων.

Θα πρέπει να ξέρετε ότι είναι απόλυτα θεμιτό να έχετε έναν διαφορετικό αριθμό από πηγές APT ακόμα και για την ίδια αρχειοθήκη Debian. To apt-get θα επιλέξει αυτόματα το πακέτο με τον νεώτερο (μεγαλύτερο) αριθμό έκδοσης από όλες τις διαθέσιμες εκδόσεις. Ή, για παράδειγμα, αν χρησιμοποιείτε ταυτόχρονα ένα CD και μια τοποθεσία HTTP σαν πηγές του APT, to apt-get θα χρησιμοποιήσει αυτόματα το τοπικό CD-ROM όταν αυτό είναι δυνατόν και θα προσφύγει στην πηγή HTTP μόνο να μια νεώτερη έκδοση ενός πακέτου είναι διαθέσιμη εκεί. Παρόλα αυτά δεν είναι καλή ιδέα να προσθέτετε μη απαραίτητες πηγές APT καθώς αυτό τείνει να επιβραδύνει τη διαδικασία του ελέγχου των διαδικτυακών αρχειοθηκών για νεώτερες εκδόσεις των πακέτων.

7.2.4.1. Ρύθμιση των Δικτυακών πηγών για τα πακέτα

Αν σχεδιάζετε να εγκαταστήσετε το υπόλοιπο του συστήματός σας από το δίκτυο η πιο κοινή επιλογή που έχετε είναι μια πηγή http. Η πηγή ftp είναι επίσης αποδεκτή αλλά δίνει σχετικά πιο αργές συνδέσεις.

Το επόμενο βήμα στη ρύθμιση των διαδικτυακών πηγών για τα πακέτα είναι η ενημέρωση του apt-setup για τη χώρα στην οποία ζείτε. Αυτό ρυθμίζει σε ποιον από τους επίσημους διαδικτυακούς καθρέφτες του Debian θα συνδεθείτε. Ανάλογα με τη χώρα που ζείτε θα δείτε μια λίστα με διαθέσιμους servers. Είναι γενικά εντάξει το να διαλέξετε έναν από την κορυφή της λίστας αλλά οποιοσδήποτε από αυτούς θα είναι εξίσου αποτελεσματικός. Προσέξτε όμως ότι η λίστα των καθρεφτών που δίνεται με την εγκατάσταση αυτή δημιουργήθηκε με την κυκλοφορία αυτής της έκδοσης του Debian και πιθανόν κάποιοι από αυτούς να μην είναι πια διαθέσιμοι.

Μετά την επιλογή ενός καθρέφτη θα ερωτηθείτε για την χρήση ή όχι ενός proxy. Ο proxy server είναι ένας server που θα προωθήσει όλες τις αιτήσεις σας για HTTP ή/και FTP στο Διαδίκτυο και συνήθως χρησιμοποιείται για την βελτιστοποίηση και την ομαλή ρύθμιση της πρόσβασης στο Διαδίκτυο σε μεγάλα εταιρικά δίκτυα. Σε μερικά δίκτυα η πρόσβαση στο Διαδίκτυο είναι επιτρεπτή μόνο για τον proxy server οπότε στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να βάλετε συγκεκριμένα το όνομα του server αυτού.Πιθανόν ακόμα να πρέπει να βάλετε ένα όνομα χρήστη και έναν κωδικό πρόσβασης. Οι περισσότεροι χρήστες από το σπίτι δεν θα χρειαστεί να προσδιορίσουν κάποιον proxy server αν και κάποιοι ISP πιθανόν παρέχουν μια τέτοια υπηρεσία στους χρήστες τους.

Μετά την επιλογή του καθρέφτη θα γίνει ο έλεγχος της καινούριας δικτυακής πηγής για τα πακέτα. Αν όλα πάνε καλά, θα ερωτηθείτε για το αν θέλετε να προσθέσετε κάποια επιπλέον πηγή πακέτων. Αν έχετε πρόβλημα να χρησιμοποιήσετε την πηγή πακέτων που επιλέξατε, δοκιμάστε έναν άλλο καθρέφτη (είτε από τη λίστα που είναι διαθέσιμη για τ η χώρα σας είτε από την διεθνή λίστα) ή δοκιμάστε να χρησιμοποιήσετε μια άλλη δικτυακή πηγή πακέτων.

7.2.5. Εγκατάσταση πακέτων

Στη συνέχεια θα σας δοθεί ένας αριθμός από προκαθορισμένες συλλογές λογισμικού που προσφέρει το Debian. Μπορείτε πάντα βέβαια να διαλέξετε πακέτο προς πακέτο τι θέλετε να εγκαταστήσετε στο καινούριο σας μηχάνημα. Αυτός είναι ο σκοπός του προγράμματος aptitude που περιγράφεται παρακάτω. Αλλά αυτή μπορεί να είναι μια πολύ χρονοβόρα διαδικασία με τα 15250 πακέτα που είναι διαθέσιμα αυτή τη στιγμή στο Debian!

Έχετε λοιπόν την δυνατότητα να επιλέξετε αρχικά διάφορα tasks και στη συνέχεια να προσθέσετε περισσότερα μεμονωμένα πακέτα. Τα "καθήκοντα" αυτά αντιπροσωπεύουν χονδρικά έναν αριθμό από διαφορετικά πράγματα ή λειτουργίες που θέλετε να πραγματοποιήσετε με τον υπολογιστή σας, όπως “περιβάλλον γραφείου”, “web server”, ή “server εκτυπώσεων[7].Η εντολή ÔìÞìá C.3, “Χώρος στο δίσκο που χρειάζεται για τις διάφορες Εργασίες” αναγράφει τις απαιτήσεις σε χώρο δίσκου των διαθέσιμων καθηκόντων.

Όταν έχετε επιλέξει τα "καθήκοντα" που θέλετε πατήστε το κουμπί Ok. Στο σημείο αυτό το aptitude θα εγκαταστήσει τα πακέτα που έχετε διαλέξει.

Óçìåßùóç

Ακόμα κι αν δεν έχετε διαλέξει κάποια καθήκοντα, οποιαδήποτε βασικά. απαραίτητα ή προαπαιτούμενης προτεραιότητας πακέτα που δεν υπάρχουν ήδη στο σύστημά σας θα εγκατασταθούν. Αυτή η λειτουργία είναι ισοδύναμη του να τρέξει κανείς την εντολή tasksel-ris στη γραμμή εντολών και προς το παρόν αντιστοιχεί στο κατέβασμα περίπου 37M αρχείων. Θα δείτε τον αριθμό των πακέτων που πρόκειται να εγκατασταθούν και πόσα kilobytes πακέτων χρειάζεται να κατέβουν.

Αν θέλετε να διαλέξετε τι θα εγκαταστήσετε στη βάση μεμονωμένων πακέτων, τότε κάντε την επιλογή “manual package selection” στην εντολή tasksel. Αν παράλληλα με την επιλογή αυτή διαλέξετε και ένα ή περισσότερα από τα καθήκοντα, τότε θα κληθεί η εντολή aptitude με την επιλογή -- visual-preview. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να αναθεωρήσετε [8] τα πακέτα που πρόκειται να εγκατασταθούν. Αν δεν διαλέξετε κανένα από τα καθήκοντα, η συνηθισμένη οθόνη του aptitude θα εμφανιστεί. Αφού κάνετε τις επιλογές σας θα πρέπει να πιέσετε “g” για να ξεκινήσετε το κατέβασμα και την εγκατάσταση των πακέτων.

Óçìåßùóç

Αν διαλέξετε “manual package selectionχωρίς να επιλέξετε κάποια καθήκοντα, τότε κανένα πακέτο δεν θα εγκατασταθεί αυτόματα. Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να κάνετε αυτή την επιλογή αν θέλετε να εγκαταστήσετε ένα ελάχιστο σύστημα, αλλά και ότι η ευθύνη για την μη εγκατάσταση οποιωνδήποτε πακέτων σαν μέρους του βασικού συστήματος (πριν την επανεκκίνηση) που πιθανόν να είναι απαραίτητα στο σύστημά σας είναι δική σας.

Από τα 15250 πακέτα που είναι διαθέσιμα στο Debian, μόνο μια μικρή μειοψηφία καλύπτονται από τα καθήκοντα που προσφέρει ο Εγκαταστάτης Καθηκόντων. Για να δείτε πληροφορίες για περισσότερα πακέτα. χρησιμοποιήστε είτε την εντολή apt-cache search search-string για κάποια συγκεκριμένη συμβολοσειρά που θέλετε να ψάξετε (δείτε σχετικά την σελίδα εγχειριδίου (man page)του apt-cache(8)) ή τρέξτε το aptitude όπως περιγράφεται παρακάτω.

7.2.5.1. Προχωρημένη Επιλογή πακέτων με το aptitude

Το Aptitude είναι ένα μοντέρνο πρόγραμμα για την διαχείριση πακέτων. Το aptitude σας επιτρέπει να διαλέγετε μεμονωμένα πακέτα, σύνολα πακέτων που ταιριάζουν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια (για προχωρημένους χρήστες), ή ολόκληρα καθήκοντα.

Οι πιο βασικές συντομεύσεις πληκτρολογίου είναι:

Πλήκτρο Δράση
Πάνω, Κάτω Μετακίνηση επιλογής πάνω ή κάτω.
Enter Άνοιγμα/Κλείσιμο/Ενεργοποίηση αντικειμένου.
+ Σημείωση πακέτου για εγκατάσταση.
- Σημείωση πακέτου για απεγκατάσταση.
d Εμφάνιση εξαρτήσεων πακέτου.
g Μεταφόρτωση/εγκατάσταση/απεγκατάσταση των πακέτων.
q Έξοδος από την τρέχουσα οθόνη.
F10 Ενεργοποίηση μενού.

Για περισσότερες εντολές δείτε την online βοήθεια με το πλήκτρο ?.

7.2.6. Διάφορα προτρεπτικά κατά την εγκατάσταση λογισμικού

Κάθε πακέτο που επιλέγετε με το tasksel ή το aptitude κατεβαίνει, αποσυμπιέζεται και μετά εγκαθίσταται το ένα μετά το άλλο με τα προγράμματα apt-get καιdpkg. Αν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες από τον χρήστη, θα τον προτρέψει στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής. Πιθανόν επίσης να θέλετε να επιβλέπετε την παραγόμενη πληροφορία από την όλη διαδικασία, προσέχοντας για οποιαδήποτε λάθη κατά την εγκατάσταση (αν και θα σας ζητηθεί να σημειώσετε τυχόν λάθη που αποτρέπουν την εγκατάσταση ενός πακέτου).

7.2.7. Ρύθμιση του Πράκτορα Μεταφοράς Αλληλογραφίας (MTA)

Σήμερα η ηλεκτρονική αλληλογραφία είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος της ζωής πολλών ανθρώπων, επομένως δεν αποτελεί έκπληξη ότι το Debian σας επιτρέπει να ρυθμίσετε το σύστημα αλληλογραφίας σας σαν μέρος της διαδικασίας εγκατάστασης. Ο προκαθορισμένος πράκτορας ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στο Debian είναι το exim4, που είναι σχετικά μικρό, ευέλικτο και εύκολο στην εκμάθηση.

Πιθανόν να ρωτήσετε αν ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι απαραίτητο ακόμα και στην περίπτωση που ο υπολογιστής σας δεν είναι συνδεδεμένος σε κάποιο δίκτυο. Η σύντομη απάντηση είναι: Ναι. Η πιο μακροσκελής εξήγηση: Κάποια βοηθητικά εργαλεία του συστήματος (όπως τα cron, quota,aide, …) πιθανόν να σας αποστέλλουν σημαντικές πληροφορίες μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Στην πρώτη οθόνη της ρύθμισης, θα σας παρουσιαστούν μερικά συνηθισμένα σενάρια για τη χρήση του ταχυδρομείου. Διαλέξτε αυτό που ταιριάζει πιο κοντά στις δικές σας ανάγκες:

Διαδικτυακός τόπος

Το σύστημά σας είναι συνδεδεμένο σε ένα δίκτυο και η αλληλογραφία σας αποστέλλεται και λαμβάνεται απευθείας με χρήση του SMTP. Στις επόμενες οθόνες θα δείτε μερικές βασικές ερωτήσεις, όπως το όνομα αλληλογραφίας του μηχανήματός σας, ή μια λίστα από ονόματα τομέων για τους οποίους δέχεστε ή μεταβιβάζετε αλληλογραφία.

αλληλογραφία που αποστέλλεται μέσω smarthost

Στο σενάριο αυτό. η εξερχόμενη αλληλογραφία σας προωθείται σε ένα άλλο μηχάνημα που ονομάζεται “smarthost”, που κάνει την πραγματική δουλειά για σας. Ένας smarthost αποθηκεύει συνήθως επίσης την εισερχόμενη αλληλογραφία που απευθύνεται στο σύστημά σας, οπότε δεν είναι απαραίτητο να είστε διαρκώς συνδεδεμένοι. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι πρέπει να κατεβάζετε την αλληλογραφία σας από τον smarthost με προγράμματα όπως το fetchmail. Η επιλογή αυτή είναι κατάλληλη για χρήστες dial-up.

Μόνο τοπική παράδοση

Το σύστημά σας δεν είναι συνδεδεμένο σε κάποιο δίκτυο και αλληλογραφία στέλνεται και λαμβάνεται μόνο μεταξύ τοπικών χρηστών. Ακόμα και αν δεν σχεδιάζετε να στέλνετε οποιαδήποτε μηνύματα, αυτή η επιλογή προτείνεται ανεπιφύλακτα γιατί μερικά βοηθητικά προγράμματα στο σύστημά σας πιθανόν να πρέπει να σας στέλνουν κατά διαστήματα προειδοποιήσεις (πχ. το αγαπημένο μήνυμα “Disk quota exceeded”)! Η επιλογή αυτή είναι επίσης βολική για νέους χρήστες καθώς δεν συνοδεύεται από άλλες επιπλέον ερωτήσεις.

όχι ρύθμιση αυτή τη φορά

Διαλέξτε αυτό αν είστε απόλυτα σίγουροι ότι ξέρετε τι κάνετε! Αυτή η επιλογή θα σας αφήσει με ένα αρρύθμιστο σύστημα αλληλογραφίας — μέχρι να κάνετε κάποια ρύθμιση, δεν θα μπορείτε να στείλετε ή να πάρετε μηνύματα και πιθανόν να χάσετε κάποια σημαντικά μηνύματα από βοηθητικά προγράμματα του συστήματός σας.

Αν κανένα από τα σενάρια αυτά δεν ταιριάζει στις ανάγκες σας, ή αν θέλετε να κάνετε πιο εξειδικευμένες ρυθμίσεις, θα πρέπει να επεξεργαστείτε τα αρχεία στον κατάλογο /etc/exim4 μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης. Περισσότερες πληροφορίες για το exim4 μπορούν να βρεθούν στον κατάλογο /usr/share/doc/exim4.



[6] Σημειώστε ότι το πρόγραμμα που πραγματικά εγκαθιστά τα πακέτα ονομάζεται dpkg. Όμως αυτό το πακέτο είναι κατά κάποιο τρόπο ένα εργαλείο χαμηλότερου επιπέδου στο σύστημα. Το apt-get είναι από την άλλη ένα εργαλείο υψηλότερου επιπέδου στο σύστημα καθώς καλεί το ίδιο το dpkg με τον κατάλληλο τρόπο κάθε φορά και καθώς ξέρει πώς να εγκαταστήσει άλλα πακέτα που χρειάζονται από το πακέτο που θέλετε να εγκαταστήσετε αλλά και πώς να ανακτήσει το κάθε πακέτο από το CD σας, το δίκτυο ή από όπου αλλού θέλετε.

[7] Πρέπει να ξέρετε ότι για να εμφανίσει αυτή τη λίστα καθηκόντων το base-config απλά καλεί το πρόγραμμα tasksel. Για την χειροκίνητη επιλογή πακέτων εκτελείται το πρόγραμμα aptitude . Οποιοδήποτε από αυτά τα προγράμματα μπορεί να εκτελεστεί σε οποιαδήποτε στιγμή μετά την εγκατάσταση για να εγκαταστήσετε (ή να απεγκαταστήσετε) περισσότερα πακέτα. Αν ψάχνετε για ένα συγκεκριμένο πακέτο μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης τρέξτε απλά aptitude install package, όπου package είναι το όνομα του συγκεκριμένου πακέτου που θέλετε.

[8] Μπορείτε επίσης να αλλάξετε τις προκαθορισμένες συλλογές πακέτων. Αν θέλετε να διαλέξετε κάποιο επιπλέον πακέτο, χρησιμοποιήστε την επιλογή View->New Package View.